Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης για το παιχνίδι Π.Α.Ο.Κ.-Άρης στο μπάσκετ, αναλώθηκε σε αυτοεπαίνους του στιλ «ο ΛΑΟΣ την έσωσε την ομάδα» , «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας» και λοιπά. Πρέπει, βέβαια, να παραδεχτούμε πως από άποψη μαζικότητας και ενθουσιασμού κάναμε ό,τι ήταν δυνατό για να βοηθήσουμε την ομάδα στην δύσκολη κατάσταση που πέρασε. Όμως, πιστεύω ότι εάν δεν κάνουμε πρώτα εμείς την αυτοκριτική μας για τα λάθη που έγιναν, δεν θα μπορέσουμε να δούμε την ομάδα αυτή να φτάνει και πάλι ψηλά.
Kαι εξηγούμαι: μπορεί να ήμασταν πολλοί, μπορεί να κάναμε με τις κορδέλες και τα χαρτάκια την δουλειά μας για να καθυστερήσει η έναρξη του παιχνιδιού, άρα και να γνωρίζουμε το αποτέλεσμα στα άλλα παιχνίδια (μαγκιά μας), αλλά υπήρξαν κάποια λάθη τακτικής που ήταν αδικαιολόγητα.
α) Το περιστατικό με την σημαία της Τουρκίας: ακούστηκαν πολλά και γράφτηκαν περισσότερα. Δεν θα εξετάσω το ζήτημα από ιστορική-ιδεολογική σκοπιά γιατί δεν πρόκειται να βγει άκρη. Θα εστιάσω στην πρακτική πτυχή του όλου ζητήματος.
-Ποιος ήταν ο σκοπός μας την Μ. Τετάρτη; Να κάνουμε το γήπεδο κόλαση και ασταμάτητα να φωνάζουμε για την ομάδα μας.
-Τι καταφέραμε; Για ακόμη μία φορά διχόνοια, ψιλοντου, «το κομμάτι μας» εκατέρωθεν.
Το ζήτημα δεν είναι μικρό. Την ώρα που όλοι είχαμε μπει μέσα μια γροθιά, συνειδητοποιημένοι για τον σκοπό μας και με έναν μανιασμένο ρυθμό στην κερκίδα, χάσαμε περίπου ένα δεκάλεπτο στην διαδικασία της σημαίας. Σίγουρα και οι μεν και οι δε είχαν επιχειρήματα που δικαιολογούν τη συμπεριφορά τους. Π.χ. καλά και άγια τα όσα γράφει η Θ4 στην σελίδα της, αλλά όταν βλέπουμε ότι σηκώνεται ένα λάβαρο που διχάζει, γιατί το σηκώνουμε 2η και 3η φορά; Να πετύχουμε τι; Επίσης οι θιγόμενοι, με ποιό θράσος κατευθύνθηκαν εχθρικά προς αδελφούς παοκτσήδες; Αυτό είναι δείγμα «ελληνικού μεγαλείου»; Το καθαρό μυαλό, που ήταν απαραίτητο σε ένα τόσο κρίσιμο ματς, πήγε περίπατο.
β) Το ου-ου (πιθηκισμός για το μαύρο χρώμα δέρματος αντιπάλου παίκτη) ήταν ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΚΑΙ ΒΛΑΒΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΜΑΣ. Με έκπληξη παρατηρούσαμε ένα σεβαστό κομμάτι κόσμου να πιθηκίζει την στιγμή που τα 3/5 της ομάδας του Π.Α.Ο.Κ. ήταν μαύροι μπασκετμπολίστες! Και να μην ήταν έτσι, πάλι η πράξη είναι ανήκουστη, αλλά ελάτε λίγο στην θέση π.χ. του Τζόρνταν. Δικαιολογούνταν πλήρως, εάν εκείνη τη στιγμή πετούσε την φανέλα και έφευγε. Προφανώς μέσα στον γενικό χαμό και στην αλληλοκάλυψη των συνθημάτων, δεν ακούστηκε.
Ωραίο αυτό το (σχετικά) καινούριο φρούτο του πιθηκισμού. Και για μένα το χειρότερο είναι να το περνάμε σαν κάτι αθώο σε στιλ «έλα μωρέ για να πικάρεις τον αντίπαλο». Μάλλον ξεχνούν (ή θέλουν να ξεχνούν) μερικοί ότι αυτό το «σύνθημα» είναι η παγκόσμια ρατσιστική κραυγή και παρατηρείται σε πυρήνες οπαδών γνωστών για τα ρατσιστικά τους πιστεύω.
Εξίσου επικίνδυνη θεωρώ την άποψη ότι αυτά τα θέματα δεν πρέπει να τα συζητάμε γιατί δίνουμε τροφή σε άλλους να μας κατηγορήσουν: το πρόβλημα δεν θα λυθεί κρύβοντας τα σκουπίδια μας κάτω από το χαλάκι, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να μας πλημμυρίσουν μελλοντικά. Όλα είναι θέμα παιδείας, και αφού η παιδεία πάσχει γενικώς σε αυτή τη χώρα, πρέπει εμείς οι ίδιοι στο γήπεδο να μεριμνήσουμε έτσι ώστε η μάζα να μην γίνεται χώρος όπου θα κρυφτούν απάνθρωπες ιδεολογίες.
γ) Τα μπουκάλια και τα κοντάρια που έπεσαν όταν η ομάδα ήταν μπροστά. Το κλίμα έντασης υπήρχε από την αρχή, οκ. Θέλαμε να καθυστερήσουμε την έναρξη του αγώνα και το πετύχαμε. Τα μπουκάλια και τα πλαστικά κοντάρια που εκσφενδονίστηκαν όταν η ομάδα ήταν μπροστά, με ποια τακτική να δικαιολογούνται άραγε; Μήπως κάποιοι είδαν λάθος έργο;
Ήταν μόνο μερικά σημεία από το πιο κρίσιμο παιχνίδι μπάσκετ των τελευταίων χρόνων. Και όπως εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε, έγιναν λάθη τα οποία θα μπορούσαν να στοιχίσουν. Δεν θέλουμε να επεκταθούμε παραπέρα, ο νοών νοείτω. Απλώς πρέπει σε κάποια φάση να αποβάλλουμε την καραμέλα του αλάθητου λαού και να κάνουμε σκληρή κριτική στον εαυτό μας.
Αυτή η κριτική δεν έχει να κάνει μόνο με τα συνθήματά μας. Πρέπει να κατευθυνθεί και στο φαινόμενο της γενικότερης απαξίωσης του τμήματος από μέρους μας. Αφήσαμε το μπάσκετ για τόσα χρόνια στα χέρια επικίνδυνων ανθρώπων, που το κατέστησαν φυτώριο του Ολυμπιακού, η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλη, και εμείς παραμυθιαζόμαστε με την νοοτροπία «ο παοκτσής δεν είναι μπασκετικός», την τόσο έντεχνα καλλιεργημένη από τα μου μου ε της πόλεως.
Τα παιδικά μου, όμως, χρόνια τα θυμάμαι πολύ διαφορετικά. Όταν γυρνάω στις αρχές των 90s, οι αναμνήσεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι γεμάτες από Λέβιγκστον, Μπάνε, Μπάρλοου, Κόρφα….
Εκείνη η ομάδα, όργωνε τα γήπεδα μαζί με έναν υπέροχο ΛΑΟ. Τον ΛΑΟ που έκανε απόβαση 8.000 ατόμων στην Αθήνα, τον ΛΑΟ που όργωνε τα ευρωπαϊκά γήπεδα γιορτάζοντας μαζί με το απίστευτο εκείνο αθλητικό σύνολο, ελληνικούς και διεθνείς τίτλους.
Την ομάδα αυτή, που μας έδωσε μεγάλες συγκινήσεις, την αδικήσαμε κατάφωρα τα τελευταία χρόνια. Όλοι ξέρουμε ότι το μπάσκετ σαν άθλημα απαξιώθηκε στην χώρα μας, όμως αυτό δεν είναι απόλυτη δικαιολογία και δεν εξηγεί την ελεύθερη πτώση του τμήματος αγωνιστικά.
Για όλους αυτούς τους τυχάρπαστους που λυμαίνονταν τον Π.Α.Ο.Κ. για χρόνια, είμαστε και όλοι εμείς συνυπεύθυνοι. Σε άλλες εποχές, θα κάναμε τα πάντα για να μην πέσει το μπάτζετ της ομάδας, για να γίνουν οι σωστές μεταγραφές, για να μην χάσουμε κάποιο ντέρμπι. Τώρα περιοριστήκαμε σε χλιαρές, στην καλύτερη περίπτωση, διαμαρτυρίες και σε μερικά συνθήματα, που όλοι ξέρουμε ότι δεν βοηθούν δραστικά, γιατί για να γυρίσει ο ήλιος…
Δεν ήταν ξαφνικό φαινόμενο το ότι εξασφαλίσαμε την παραμονή στο τελευταίο ματς. Οι καμπάνες αυτής της κατάντιας είχαν αρχίσει να σημαίνουν από πολύ νωρίτερα, με τα συνεχόμενα ξεπουλήματα τα καλοκαίρια, με τις αστείες κινήσεις ενίσχυσης από μπασκετικά υπανάπτυκτες περιοχές, με την προσέλευση για κλάματα. Έχουμε ένα γραμμάτιο που πρέπει όλοι μαζί να ξεπληρώσουμε, για την ανάσταση ενός τμήματος που γαλούχησε χιλιάδες παοκτσήδες.
|